Σελίδες

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Σκόρδο, Πιπέρι Καγιέν και Αλάτι….

Είναι βράδυ. Περπατώ με το σκύλο μου στο πάρκο. Πριν από λίγη ώρα ξύπνησα από βαθύ μεσημεριανό ύπνο και αισθάνομαι την μακαρονάδα που έφαγα το μεσημέρι να με έχει φουσκώσει. Τι να έβαλα άραγε στον κιμά; Ήταν νόστιμος αλλά όχι τόσο όσο τον έκανα παλιότερα. Θυμήθηκα τον Μένιο που έλεγε ότι το παστίτσιο μου δεν είχε γεύση έντονη.
Άραγε φτιάχνουμε τα φαγητά μας όπως επιλέγουμε να είναι και οι σχέσεις μας; Θέλουμε ένα καυτερό φαγητό όπως θέλουμε κι έναν «επικίνδυνο» άντρα; Συμβιβαζόμαστε με ανάλατα φαγητά επειδή δεν αντέχουμε το «κάψιμο» από μια σχέση έξω απ’ τα νερά μας; Κι αν φτιάχνουμε ανάλατα και χωρίς μπαχάρια φαγητά για πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να κρατήσει; Δεν θα έχουμε κάποτε την επιθυμία να φάμε αυτό που γουστάρουμε; Να γευτούμε τα μπαχάρια σε ένα Ταϊλανδέζικο, το γλυκόξινο ενός Κινέζικου, το καυτερό του Μεξικάνικου φαγητού;
Τα φαγητά μου ήταν ανάλατα. Έλεγα ότι αλάτι μπορείς να προσθέσεις, δεν μπορείς όμως να το αφαιρέσεις από ένα φαγητό. Η αλήθεια είναι ότι επέλεγα να τα κάνω έτσι επειδή ήθελα να μπορεί να τα φάει ο οποιοσδήποτε, όχι για να ικανοποιήσω τον δικό μου ουρανίσκο. Ήθελα να είμαι αγαπητή και αποδεκτή από τον καθένα, να μην με απορρίψει κάποιος, δεν το άντεχα. Έτσι κάθε φορά μεταμορφωνόμουν, άλλαζα ανάλογα με το ποιος ήθελα να είναι πλάι μου. Έκανα τα πάντα για να μπορέσω να ανήκω κάπου, όχι όμως με τον δικό μου τρόπο, με τις υποδείξεις των άλλων. Μπορούσα να υπάρχω μόνο αν κάποιος με διάλεγε. Η αντανάκλαση! Ψέμα! Δεν ήμουν εγώ. Αντανακλούσα τους άλλους. Ήμουν η μήτρα των άλλων. Ήμουν ο έρωτας των άλλων και όλα όσα αυτοί ήθελαν να δουν πάνω μου, εγώ τα πραγματοποιούσα. Λεπτές εγχειρήσεις στον εαυτό μου που παραβίαζαν την προσωπικότητά μου, βίαζαν τον αυτοσεβασμό μου και μείωναν την αυτοεκτίμησή μου.
Γύρισα σπίτι. Μαγείρεψα. Κιμά πάλι. Όμως αυτή τη φορά ήταν πεντανόστιμος. Αυτή τη φορά έβαλα σκόρδο, πιπέρι Καγιέν, πάπρικα και αλάτι, όσο εγώ ήθελα, τόσο όσο εμένα μου άρεσε. Αυτή είμαι εγώ.

λέω μέρα... λές μαύρο ...

"Τι έγινε τώρα; Ήρθε μου είπε αυτά που είχε και έφυγε κύριος. Τι εγινε ρε μεγάλε; Ηρθες για να μας αδειασεις και δεν τρεχει και τιποτε; Που είναι η δική μου οπτική στο θέμα? Υπάρχει; Βέβαια. Την ζήτησες; Οχι. Την είπα; Ναι. Την κατάλαβες; Δεν νομίζω Τάκη. Τουλάχιστον προσπάθησες, έκατσες, συζήτησες; Επίσης όχι.
Γειά.
Γεια."
Το νόημα είναι πως εσύ έχεις κάνει βήματα με τον εαυτό σου, αλλά εκείνος όχι. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορεί να ευθύνεσαι για τα πάντα και δίνεις τις ευθύνες πίσω από εκεί που ήρθαν. Νιώθεις τα πάντα που σε έχουν πληγώσει, τίποτε δεν είναι νεκρωμένο και άψυχο. Όλα παίζουν μπάλα, τόσο για σένα όσο και για τον άλλο. Και καταλαβαίνεις ότι μπορείς να δεις τον άλλον, μόνο αν αφήσεις τα δικά σου λίγο απ’ έξω. Όταν δε, τα αφήσεις, έχεις το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να πεις αυτά που εσύ πιστεύεις, να πεις αυτά που σε κάνουν αυτό που είσαι, να δώσεις το δικό σου στίγμα. Αν ο άλλος κάνει το ίδιο, εξαρτάται από αυτόν αποκλειστικά και δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό.
Χρεώθηκα όμως ένα βάρος. Ένα «φταίω» που από μικρή το έχω χρεωμένο. Το ότι δεν έκανα αρκετά για να με καταλάβουν... η μαμά μου και ο μπαμπάς μου, να δουν ποια είμαι... Είναι δικό τους θέμα αυτό, όχι δικό μου φταίξιμο, δεν μπορώ να χρεώνομαι συνεχώς κάτι που δεν είναι δικό μου, κάτι που δεν μπορούσα να χειριστώ επειδή ήμουν παιδί. Τότε δεν μίλαγα, απλά υπέθετα και προχωρούσα στο μουγγό, πάντα με μια πληγή συνεχώς ανοιχτή. Τώρα όμως μπορώ καλύτερα, τώρα κάνω κάτι διαφορετικό, μιλάω, λέω ποια είμαι και ο άλλος μπορεί να επιλέξει, αν θα το δει ή όχι, αν θα το αποδεχτεί ή όχι. Και αυτό είναι δικό του πρόβλημα, όχι δικό μου.
Τελικά μιλήσαμε. Μίλαγα ναι, εξέθετα απόψεις ναι, έλεγα ποια είμαι ναι. Με άκουγε, όχι. Λυπηρό να εξηγείς στον άλλον και να προσπαθείς να του δείξεις μια άλλη οπτική, και εκείνος εκτός από το να την αγνοεί παντελώς να μην την δέχεται και σαν πιθανότητα. Λυπηρό για τον ίδιο, όχι για μένα. Που δεν θα μπορέσει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να είναι με κάποιον που να έχει γνώμη αντίθετη από την δική του. Τι θα γινόταν όμως αν εγώ υπέκυπτα και δεν μίλαγα, αν πέρναγε έτσι στο ντούκου και δεν συνεχιζόταν η κουβέντα; (η αλήθεια είναι ότι πήγε να το κάνει και δεν τον άφησα, ξέρεις συμπεριφορά δεν τρέχει τίποτε και έλα εδώ να αγαπηθούμε κλπ). Ο δρόμος είναι ο ίδιος και απαράλλαχτος όπως κάθε φορά. Δεν μιλάω, τα κρατάω, με τρώνε και κάποια στιγμή γίνεται το μπαμ και φεύγω και πολύ δράμα και πολύ ζόρι και στο τέλος μια ανακούφιση που έφυγα.
Όχι πια. Δεν είμαι το κοριτσάκι που μασάει σε απειλές ότι θα φύγουν από κοντά του, δεν κολλάω σε εξαρτητικές σχέσεις, δεν μου κάνουν πια.